Το έργο είχε υποστηριχθεί αρχικά από τη Διοίκηση Αντάλιας (2002), από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (2001) και από το Παγκόσμιο Ταμείο Μνημείων-Ίδρυμα Σάμιουελ Κρες (2000).
Χάρη στη χορηγία των Ιδρυμάτων Ωνάση και Κοτς κατέστη δυνατή η συνέχιση της συντήρησης και αποκατάστασής του, η οποία ολοκληρώθηκε το 2008.
Πρόκειται για μια εκκλησία υψίστης αρχιτεκτονικής και θρησκευτικής σημασίας. Είναι βασιλική μετά τρούλου, της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, και κτίστηκε το 520 μ.Χ. πάνω στα ερείπια παλαιότερου πρωτοχριστιανικού ναού, στον οποίο λειτουργούσε ο Άγιος Νικόλαος ως επίσκοπος Μύρων, τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Θεωρείται από τους ειδικούς το τρίτο σε σπουδαιότητα βυζαντινό κτίσμα της Ανατολίας. Η σημασία της οφείλεται κυρίως στις αξιόλογες τοιχογραφίες, που απεικονίζουν μεταξύ άλλων και τον κύκλο του θαυματουργού βίου του Αγίου Νικολάου.
Είναι το πρώτο και μοναδικό δείγμα του είδους στην Τουρκία και κρίνεται σημαντικότατο για την εξέλιξη της βυζαντινής τοιχογραφίας.
Από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. η μνήμη του Αγίου Νικολάου –προστάτη των απλών και αδύναμων ανθρώπων– τιμήθηκε εξαιρετικά από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αργότερα λατρεύτηκε και ως προστάτης άγιος της ρωσικής αυτοκρατορικής αυλής.
Το 1982, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και ο περιβάλλων χώρος της, χαρακτηρίστηκαν ως αρχαιολογικό μνημείο υψίστης σημασίας από το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού και συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο των αρχαιολογικών χώρων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Η δημοσίευση των έργων συντήρησης και αποκατάστασης του Αγίου Νικολάου γίνεται από την καθηγήτρια Yildiz Ötüken, του Πανεπιστημίου Hacettepe της Άγκυρας, η οποία είναι και η διευθύντρια της ανασκαφής.
Τα βασικά στοιχεία του προγράμματος απετέλεσαν η καταγραφή των τοιχογραφιών και των αρχιτεκτονικών χώρων και πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα ειδικών της Conservation of Historic Buildings and Architecture Ltd. (ΚA.BA), με επικεφαλής τον αρχιτέκτονα Cengiz Kabaoğlu.
Οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης πραγματοποιήθηκαν από την ομάδα του αρχαιολόγου και ειδικού συντηρητή T. Ridvan İsler, ενώ η ανάλυση και η ερμηνεία των τοιχογραφιών έχουν καταγραφεί και αποκατασταθεί από την ιστορικό Nilay Corağan Karakaya του Πανεπιστημίου Erciyes.